διακωλυτικός

διακωλ-ῡτικός, ή, όν,
A preventive, Id.Plt.280d, prob.l. in Poll.7.209.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διακωλυτικός — διακωλυτικός, ή, όν (Α) [διακωλύω] κατάλληλος να παρεμποδίζει …   Dictionary of Greek

  • διακωλυτικά — διακωλῡτικά , διακωλῡτικός preventive neut nom/voc/acc pl διακωλῡτικά̱ , διακωλῡτικός preventive fem nom/voc/acc dual διακωλῡτικά̱ , διακωλῡτικός preventive fem nom/voc sg (doric aeolic) διακωλυτικός preventive neut nom/voc/acc pl… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διακωλυτικόν — διακωλῡτικόν , διακωλῡτικός preventive masc acc sg διακωλῡτικόν , διακωλῡτικός preventive neut nom/voc/acc sg διακωλυτικός preventive masc acc sg διακωλυτικός preventive neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.